ναυπηγείο

ναυπηγείο
Κάθε συγκρότημα που κατασκευάζει, εξοπλίζει, επισκευάζει ή μετασκευάζει εμπορικά ή πολεμικά πλοία. Εκτός από τις κλίνες ή τις δεξαμενές, όπου κατασκευάζεται το σκάφος, το ν. περιλαμβάνει κυρίως ένα τεχνικό γραφείο που σχεδιάζει το πλοίο εκτελώντας όλους τους υπολογισμούς τους σχετικούς με το εκτόπισμα, τη μεταφορική ικανότητα, την ευστάθεια, την ισχύ του συγκροτήματος προώθησης κλπ. και παρέχει όλα τα απαραίτητα στοιχεία για την κατασκευή των διαφόρων τμημάτων του πλοίου – εργαστήρια για την κοπή και διαμόρφωση ελασμάτων και μορφοσιδήρων (προφιλέ), για την κατασκευή ορισμένων μηχανισμών και μηχανικών (ηλεκτρικών ή υδραυλικών) συσκευών με τις σχετικές σωληνώσεις ή καλωδιώσεις και για τα διάφορα στοιχεία του εξοπλισμού. Εκτός αυτών, υπάρχουν φυσικά και τμήματα διοίκησης, εμπορίου, οικονομικά, ασφαλειών κλπ. Όπως για το συγκρότημα προώθησης, τον οπλισμό (αν πρόκειται για πολεμικά σκάφη) και τις συναφείς εγκαταστάσεις, έτσι για πολλούς της μηχανισμούς ή συσκευές εξαιρετικά πολύπλοκες ή λεπτές, και για μεγάλο μέρος του υλικού εξοπλισμού, το ν. συνεργάζεται με ειδικευμένα εργοστάσια, που κατά κανόνα δεν ανήκουν στο ίδιο βιομηχανικό συγκρότημα με αυτό. Οι διαστάσεις και το σχήμα των ελασμάτων, των μορφοσιδήρων και διάφορων άλλων τμημάτων, όπως τα τοιχώματα στομίων του κύτους (μπουκαπόρτες), τα ζυγά και οι νομείς, παρέχονται στο τμήμα σιδηρών κατασκευών με τη μορφή προτύπων από τη λεγόμενη «αίθουσα χάραξης», στο δάπεδο της οποίας σχεδιάζονται τα διάφορα στοιχεία σε φυσικό μέγεθος. Είναι φανερό ότι, για τη μετακίνηση και αρμολόγηση τόσων τμημάτων, που συχνά φτάνουν σε σημαντικές διαστάσεις και βάρος, απαιτούνται κατάλληλες εγκαταστάσεις μεταφοράς και ανύψωσης. Είναι ευνόητο ότι οι μεγάλες γερανογέφυρες και οι γερανοί τύπου πύργου, πρέπει να έχουν διαστάσεις (ύψος και μοχλοβραχίονες) ανάλογές με τις διαστάσεις των μεγαλύτερων πλοίων που κατασκευάζονται στην κλίνη ή στη δεξαμενή του ν. Όλα τα μεγάλα κράτη που έχουν αναπτύξει σημαντική ναυτική δραστηριότητα και έχουν φτάσει σε μια τεχνικοβιομηχανική ανάπτυξη, διαθέτουν ν., στα οποία κατασκευάζονται εμπορικά και πολεμικά σκάφη περίφημα για την πρωτοτυπία και την ποιότητα τους, για τις τεχνικές επιδόσεις και τα πολεμικά τους αποτελέσματα. Αναφέρουμε ορισμένα από τα μεγαλύτερα ν. των κυριότερων ναυτικών χωρών και τις πιο σημαντικές μονάδες, που έχουν κατασκευάσει: ΗΠΑ: Νέα Υόρκη (αεροπλανοφόρα Σαρατόγκα και Ιντεπέντενς) Φιλαδέλφεια (μεγάλα θωρηκτά), Βοστόνη, Κάμντεν (το πρώτο εμπορικό σκάφος με ατομική ενέργεια Σαβάννα), Πόρτσμουθ, Νιούπορτ Νιους (το υπερωκεάνειο Ηνωμένες Πολιτείες), Νόρφολκ, Σιάτλ, Σαν Φραντσίσκο. Μ. Βρετανία: Κλάιντμπανκ (υπερωκεάνιο Κουίν Μέρι και καταδρομικό μάχης Χούντ), Τσάταμ, Ντέβονπορτ (θωρηκτό Ρόγιαλ Οκ), Πόρτσμουθ (θωρηκτό Ρόγιαλ Σόβερεϊν και ΚουΊν Ελίζαμπεθ), Πέμπροκ και στη Βόρεια Ιρλανδία το Μπέλφαστ. Ιαπωνία: Γιοκοχάμα (πετρελαιοφόρο Ιντεμίτσου), Ν. (θωρηκτό Μοοζάσι και υπερπετρελαιοφόρο Γιούνιβερς Άιρλαντ), Κούρε (θωρηκτό Γιαμάτο). Γαλλία: Σεν – Ναζέρ (υπερωκεάνια Φρανς και Νορμαντί), Λοριάν, Βρέστη (θωρηκτά Ρισελιέ, καταδρομικό μάχης Δουνκέρκη), Λα Σιοτά. Ιταλία: Τζένοβα – Σέστρι (θωρηκτά Καίσαρ και Λιτόριο, υπερωκεάνια Ρεξ και Μικελάντζελο), Λα Σπέτσια, Μονφαλκόνε (υπερπετρελαιοφόρο Κατερίνα Μ), Τεργέστη (θωρηκτό Βιτόριο Βένετο και Ρόμα, υπερωκεάνιο Κόντε ντι Σαβόια). Ναυπηγείο: δύο φάσεις της κατασκευής ενός πλοίου με προκατασκευασμένα στοιχεία. Ο κινητήριος μηχανισμός, η διακόσμηση και ο τεχνικός εξοπλισμός του πλοίου κατασκευάζονται από ειδικευμένα εργοστάσια εκτός του ναυπηγείου και συνήθως συναρμολογούνται μετά την καθέλκυση του σκάφους. Ναυπηγείο: δύο φάσεις της κατασκευής ενός πλοίου με προκατασκευασμένα στοιχεία. Ο κινητήριος μηχανισμός, η διακόσμηση και ο τεχνικός εξοπλισμός του πλοίου κατασκευάζονται από ειδικευμένα εργοστάσια εκτός του ναυπηγείου και συνήθως συναρμολογούνται μετά την καθέλκυση του σκάφους. Επισκευή πλοίου σε ναυπηγείο.
* * *
το (Α ναυπηγεῑον και ναυπήγιον) [ναυπηγός]
χώρος με εγκαταστάσεις όπου κατασκευάζονται, εξοπλίζονται και καθελκύονται πλοία ή επισκευάζονται πλοία.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Look at other dictionaries:

  • ναυπηγείο — το εγκαταστάσεις όπου κατασκευάζονται (ναυπηγούνται) πλοία: Ναυπηγεία του Σκαραμαγκά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Πάλμερ, Κάρολος Μάρκους — (Palmer, 1822 – 1907). Άγγλος ναυπηγός. Σπούδασε ναυπηγική στη Μασσαλία και εργάστηκε στο Νιούκαστλ ον Τάιν της Μεγάλης Βρετανίας, όπου ο πατέρας του διατηρούσε ναυπηγείο. Όταν έγινε διευθυντής στο ναυπηγείο, κατασκεύασε το πρώτο σιδερένιο… …   Dictionary of Greek

  • αρσανάς — και ταρσανάς, ο 1. ναυπηγείο 2. ναύσταθμος. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολογίας. Υποστηρίζεται ότι ο τ. προήλθε από το γαλλ. arsenal «ναύσταθμος». Σύμφωνα με άλλη άποψη ο τ. αρσανάς < ιταλ. darsena < (αραβ.) dar es sana «οίκος των κατασκευών»] …   Dictionary of Greek

  • καρενάγιο — και καρνάγιο, το ναυτ. 1. ομαλός αιγιαλός όπου τα μικρά πλοία τροπίζονται, δηλ. γέρνουν προς τη μια πλευρά τους ώσπου η καρίνα τους, η τρόπιδα, να φθάσει ώς την επιφάνεια τής θάλασσας, προκειμένου να γίνει επιθεώρηση, καθαρισμός ή επισκευή τους,… …   Dictionary of Greek

  • λεμβουργείο — το ναυπηγείο όπου κατασκευάζονται λέμβοι. [ΕΤΥΜΟΛ. < λεμβουργός. Η λ., στον λόγιο τ. λεμβουργεῖον, μαρτυρείται από το 1878 στην εφημερίδα Ώρα] …   Dictionary of Greek

  • μόσσυν — μόσσυν, υνος και μοσσύν, ύνος, ὁ (ΑΜ, Α και μόσυν, ὁ) ξύλινος πύργος ή σπίτι αρχ. 1. δρύφακτο, περίφραγμα 2. πιθ. ναυπηγείο 3. (κατά τον Ησύχ.) «πύργος, έπαλξις». [ΕΤΥΜΟΛ. Λ. κυρίως τού νότιου Εύξεινου Πόντου (πρβλ. Μοσσύν οικοι, ονομ. λαού που… …   Dictionary of Greek

  • ναυπήγιον — ναυπήγιον, τὸ (Α) βλ. ναυπηγείο …   Dictionary of Greek

  • προτυποποιείο — το, Ν [προτυποποιός] ναυτ. εργαστήριο σε ναυπηγείο ή σε ναύσταθμο, όπου κατασκευάζονται πρότυπα ολόκληρων πλοίων ή μερών τους μόνο …   Dictionary of Greek

  • ταρσανάς — και τερσανάς και αρσανάς, ο, Ν (παλαιός όρος) 1. ναυπηγείο ξύλινων πλοίων 2. ναύσταθμος 3. αποβάθρα. [ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. tersane με προληπτ. αφομοίωση] …   Dictionary of Greek

  • Κερτς — (Kerch). Πόλη (157.000 κάτ. το 2001) της Ουκρανίας, στην αυτόνομη δημοκρατία της Κριμαίας (26.100 τ. χλμ., 2.033.700 κάτ.). Στην ακτή του κόλπου του Κ. λειτουργεί πορθμείο που ενώνει την Κριμαία με τον Καύκασο διαμέσου του ομώνυμου πορθμού, με… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”